moite Griechisch
4 Übersetzungen
| Übersetzung | Kontext | Audio |
|---|---|---|
|
häufig
🇫🇮 Hän esitti moitteen oikeudessa
🇬🇷 Αυτός εξέφρασε την κατηγορία στο δικαστήριο
🇫🇮 Lainsäädäntöön liittyvä moite
🇬🇷 Η κατηγορία που σχετίζεται με τη νομοθεσία
|
rechtlich | |
|
häufig
🇫🇮 Hän teki moitteen viranomaisille
🇬🇷 Έκανε παραπομπή στις αρμόδιες αρχές
🇫🇮 Virallinen moite asiakirjoissa
🇬🇷 Επίσημη παραπομπή στα έγγραφα
|
formell | |
|
häufig
🇫🇮 Hän esitti moitteen ystävälleen
🇬🇷 Αυτός εξέφρασε την κατηγορία στον φίλο του
🇫🇮 Moitteen tekeminen
🇬🇷 Η έκφραση κατηγορίας
|
alltäglicher Gebrauch | |
|
formell
🇫🇮 Hän sai moitteen oikeudessa
🇬🇷 Έλαβε κατηγορία στο δικαστήριο
🇫🇮 Moitteen nostaminen
🇬🇷 Η άσκηση κατηγορίας
|
rechtlich |